Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2008

Vocalίζοντας....

Αναζητώντας το χαμένο χρόνο...

“Πόσες φορές στη διάρκεια της ζωής μου δεν απογοητεύτηκα από την πραγματικότητα επειδή, τη στιγμή που την παρατηρούσα, η φαντασία μου, το μόνο όργανο με το οποίο μπορούσα να απολαύσω την ομορφιά, δεν μπορούσε να λειτουργήσει, χάρη στον απαρέγκλιτο νόμο που προστάζει πως μόνο αυτό που είναι απόν μπορεί να είναι αντικείμενο της φαντασίας.”

Τάδε έφη Marcel Proust. Και για μένα ήρθε η ώρα του απόντος. Ήρθε η ώρα να ξεσκονίσω όσο καλύτερα μπορώ τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού στο γνωστό χωριό, να απολαύσω τελικά την όμορφιά όπως της αρμόζει, μέσω της φαντασίας μου... Και ήδη βλέπω τον Άλλο, να έχει στηθεί με περιέργεια απέναντί μου....

Κάθε αρχή και δύσκολη, από που να αρχίσω, τι να φέρω στο ξενυχτισμένο μου μυαλό; Τη φύση, τα πρόσωπα, τον εαυτό μου; Κλείνω τα μάτια. Δύσκολα τα πράγματα. Περνάνε όλα τόσο γρήγορα, συνωστίζονται. Μα πάνω απ' όλα τα πρόσωπα. Ο melodious, η μικρή γκρινιάρα, οι αναχωρητές, ο δίγλωσσος γίγαντας, ο αμφιδέξιος. Και πάλι εγώ, ο Εαυτός, ο παντοτινά αδέξιος, να προσπαθώ μάταια να συγκεντρωθώ... Κι ας είμαι κι εγώ στο τραπέζι...

"Μμμμ, ωραία", κάγχασε ο Αλλος. "Και κάποιος που να μην παλεύει με τον εαυτό του;" Καιρός ήταν. Έμελλε πάλι να με βοηθήσει χωρίς να το θέλει...

Πράγματι αρχίζω να απολαμβάνω αλλά δεν είμαι έτοιμος ακόμη... Τα λόγια με εμποδίζουν. Χρειάζομαι τη δική μου φανταστική vocalise...

Απέναντί μου ο Άλλος ήδη έχει ξεκινήσει να σφυρίζει την πανέμορφη μελωδία στρογγυλοκαθισμένος στα πλήκτρα του πιάνου. Μερικές φορές τον ζηλεύω κιόλας. Να είχα έστω το μισό ταλέντο του...

Μπροστά μου γίνεται ολόκληρη παρέλαση... Για λίγη ώρα νιώθω ανείπωτη χαρά. Είναι όλοι εκεί. Στο τραπέζι, χαμογελαστοί όπως πάντα. Κι ο Εαυτός εκεί, μιλώντας ακατάπαυστα με όλους...

Μα ξαφνικά το σκηνικό αλλάζει. Ο Άλλος πια σφυρίζει σε ξέφρενο ρυθμό. Λίγο πιο κάτω, στον άδειο χώρο μακριά από το τραπέζι, εμφανίζονται άδεια πανοφώρια που περικλείουν φανταστικά μελαγχολικά σώματα, παραγεμισμένα από ιδέες και σκέψεις. Δεν περπατούν, μοιάζουν να αιωρούνται κρεμασμένα από πολύχρωμα μπαλόνια... Και η παρέλαση μετατρέπεται σε μάχη. Χτυπιούνται, αγωνίζονται ενάντια σε αόρατους εχθρούς. Για λίγα δευτερόλεπτα τα πανωφόρια αποκτούν πρόσωπο, του melodious, της μικρής γκρινιάρας, των αναχωρητών, του δίγλωσσου γίγαντα, του αμφιδέξιου. Η μικρή γκρινιάρα στροβιλίζεται σαν δερβίσης, ζαλίζεται, πέφτει κι ανασηκώνεται συνεχώς, για να ξαναπέσει, πάντα στο ίδιο μέρος. Οι αναχωρητές είναι όρθιοι, καρφωμένοι στη γη με πελώρια καρφιά να διατρέχουν τα πόδια τους, κοιτώντας ο ένας τον ουρανό κι ο άλλος τη γη, προσπαθώντας να πιάσουν χέρια που ξεπροβάλλουν και δεν τα προφταίνουν ποτέ. Ο melodious φιμωμένος και ο αμφιδέξιος καθιστός με δεμένα τα χέρια κοιτάζουν ο ένας τον άλλο κλαίγοντας τρομαγμένοι. Ο δίγλωσσος γίγαντας γονατιστός, με το πρόσωπο στη γη, έχει καταλάβει ότι δεν μπορεί να βοηθήσει κανένα, έχει μείνει εκεί παράλυτος από την οδύνη.... Και ξαφνικά τα πρόσωπα εξαφανίζονται και τα πανωφόρια πέφτουν στη γη...

"Και βέβαια, ως συνήθως βγάζουμε την ουρά μας απ' έξω" περνά ξαφνικά ένας υπότιτλος από μπροστά μου. Τον είχε στείλει σίγουρα ο Άλλος για να μη διακόψει το τραγούδι χωρίς λόγια....

Αλήθεια που να είναι ο Εαυτός; Άφαντος... Πουθενά... Μόνο στο μακρινό τραπέζι διακρίνεται, να μιλά ακατάπαυστα με όλους. Και όταν όλοι σηκώνονται από το τραπέζι, πάντα χαμογελαστοί, μένει μόνος παρατηρώντας με απορία τον καθένα της συντροφιάς να αδράχτει το δικό του πεσμένο πανωφόρι και να απομακρύνεται λυγίζοντας από το βάρος του. Κι αυτός, ο Εαυτός, γυμνός στο κρύο που ζυγώνει διακρίνει τον Άλλο να έχει φορέσει ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥ πανωφόρι και να απομακρύνεται σφυρίζοντας αδιάφορα τη μελωδία. Και από κάτω, ξανά και ξανά, πάντα σε υπότιτλους:

"Αυτό που μ' αρέσει στην τρέλα μου, είναι που με προστάτεψε, απ' την πρώτη μέρα, από τους πειρασμούς της "Ελίτ": δεν πιστεψα ποτέ τον εαυτό μου κάτοχο ενός "ταλέντου": μόνη μου έγνοια ήταν να σωθώ -μ' άδεια τα χέρια και άδειες τις τσέπες- χάρη στη δουλειά και την πίστη. Μεμιάς, η καθαρή μου αυτή εκλογή δεν μ' ύψωνε πάνω από κανένα: δίχως εξοπλισμό, δίχως σύνεργα, ρίχτηκα ολόκληρος στη δουλειά για να σωθώ ολόκληρος. Αν βάλω την αδύνατη Σωτηρία στην αποθήκη των αχρήστων τί απομένει; Ένας ακέραιος άνθρωπος, καμωμένος απ' όλους τους ανθρώπους, που αξίζει όσο όλοι και που είναι ίσος με τον οποιονδήποτε..."

Και τί απομένει; Μα αυτό που έγραφε η ράχη του πανωφοριού που είχε λεηλατήσει ο Άλλος:
"Πες τάχα πως ήταν όνειρο, παπαγάλε. Ξανά και ξανά..."

Και ξύπνησα λουσμένος στον ιδρώτα...

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Adios νονίνα

Η νονά πέθανε. Όχι πως αυτό έχει σημασία. Ούτε καν για κείνη. Δε λέω, όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε, κι όταν έχεις πεθάνει σίγουρα είσαι ο τελευταίος που σε νοιάζει...
Δεν την πολυήξερα, ή για την ακρίβεια, δεν την ήξερα καθόλου. Η στενοχώρια για τους πεθαμένους δεν αρμόζει στους ζωντανούς. Για το νονό στενοχωρέθηκα. Πάνω από 70 χρόνια μαζί... Τίποτε δεν ενοχλεί περισσότερο από την εξαφάνιση μιας συνήθειας...

Ο θάνατος των άλλων γίνεται συνήθως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να φανερωθεί από εκείνους που δεν ήρθε η ώρα τους κάθε ενδόμυχη σκέψη, να εξωτερικευθεί κάθε ενοχή. Μα πάντα ο λόγος απευθύνεται σε εκείνον που δεν μπορεί να ακούσει πια μήπως και ακούσει αυτός που τον ξεστόμισε...
Κι έτσι, έμαθα, μίλαγε ο νονός στη νονά προχθές συνομιλώντας με τον εαυτό του.

"Τίποτε δεν σε ταράζει περισσότερο από ένα αβέβαιο θάνατο", είχε πει ειρωνικά ο ΑΛΛΟΣ όταν έμαθα το συμβάν. "Δέκα χρόνια!!!", πρόσθεσε κι έσπευσε να κρυφτεί κάτω από το τραπέζι γνωρίζοντας τι θα μπορούσε να ακολουθήσει.

Είχε δίκιο ο κερατάς! Και τη θυμήθηκα καθώς φαινόταν χαρακτηριστικά ασήμαντη για να την ξεχάσω. Λυγισμένη κάτω από το βάρος της γενετικής απιθανότητας, συμφιλιωμένη όμως με την εικόνα της, πάντα αξιοπρεπής κι ευγενική, αθόρυβη, αδέξια, καταγινόμενη με εκνευριστική επιμονή με πράγματα που μου φάνταζαν τότε ανάξια λόγου. Δεν γινόταν να διακρίνω την πίεση: απλώς την ένιωθα. Και δεν την πλησίασα. Ισχυρό σφυρί η ματαιότητα. Ήμουν βέβαια πάντα ευγενικός μαζί της αλλά στην πραγματικότητα την αγνόησα. Μα εκείνη το θεώρησε φυσιολογικό. Το ήξερε εκ των προτέρων ότι έτσι ΕΠΡΕΠΕ να γίνει. Και περιορίστηκε να χαμογελά και να με καλημερίζει κάθε φορά που συναντιόμασταν στη σκάλα.

Λιγα χρόνια μετά και αφού χαθήκαμε μου είπαν ότι μάλλον πέθανε. Χρόνια κρεμασμένη στο κατιόν άκρο της καμπύλης βιωσιμότητας κάποια στιγμή γλίστρησε. Ή μάλλον θα αφέθηκε..... Θά' ναι τώρα ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ που το έμαθα. Και μάλλον ταράχτηκα, ή τουλάχιστον έτσι νόμισα. Ναι, τελικά ίσως να ήταν αυτός ο ΑΒΕΒΑΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ. Μα τότε δεν θυμάμαι να μίλησα σαν τον νονό.

Τη θυμάμαι όμως κι ας μην την ήξερα. Σαν τη νονά. Κι ας είχε λιγότερο από το τέταρτο των χρόνων της. Κι ας το γνώριζε το τέλος της. Το τέλος αυτό ήταν που με καλημέριζε και μου χαμογέλαγε σχεδόν κάθε πρωί...

Κι ακόμη κι αν όλα αυτά βρίσκονται στο δικό Μου κεφΑλι, ακόμη κι αν η πληΡοφορία ήταν κάλπΙκη, τελικΑ ΠΡΕΠΕΙ να έχει πεθάνει. Κι εγώ, που γράφω μόνο για να ακούω κάτι εκτός από μουσική, σχεδιάζω να τις κρατήσω και τις δύο κλειδωμένες σε διπλανά συρταράκια της μνήμης πετώντας το κλειδί για να τις αναγκάσω να μείνουν για πάντα εκεί, άγνωστες κι ίσως αγνώριστες μεταξύ αγνώστων.

..."Σιγά να μην τα άφηνες ξεκλείδωτα παλιοχέστη!" ειρωνεύτηκε ο ΑΛΛΟΣ προβάλλοντας δειλά τη μουσούδα του κάτω από το τραπεζι.... Τρεις μέρες είχε παραμείνει εκεί... Καιρός ήταν, είχα αρχίσει να ανησυχώ...

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

Πινέζα μνήμης....

Το άκουσα και αυτό...
Το σκέφτηκα κι αυτό...
Μάλλον το ήξερα....
Και γιαυτό φυσικά συμφώνησα...

Η αναζήτηση της έγκρισης των άλλων φυσικά και είναι ολέθρια για τον εαυτό σου...
Προβάλλει τις επιθυμίες τους επάνω σου καταπνίγοντας τις δικές σου...
Και η ανοησία συχνά ονομάζεται επιθυμία...
Σταματά την πρωτότυπη σκέψη, την αιρετική...
Κατευθύνει το μέλλον σου...
Υποβαθμίζει το παρόν σου...

Και στην κοινωνία ολάκερη αρέσει αυτό...
Να αυτοοργανώνεται....
Οργανώνοντάς σε...
Να σου επιβάλλεται...
Να είσαι καθωσπρέπει, με νόμους, θρησκείες, έθιμα, συνήθειες, με τα όλα τους...
Η κάθε απόκλιση δεν ανήκει στη σφαίρα του αποδεκτού...

Μα εσύ μπορείς...
Να τους αποφύγεις...
Κερί στ' αυτιά...
Κοροϊδία στη γλώσσα...
Πλήκτρο στο δάκτυλο...
Πένα στο χέρι...
Και δυο μεγάλα ιδεοπαπάρια...
Να τους χωρέσουν όλους...
Με πρώτους τους εις όλα ευτυχείς μέτριους...
Γιατί αυτοί είναι οι χειρότεροι...
Τα ζώα...

Και το άλλο το πράγμα...Οι τύψεις και οι ενοχές...
Που φυσικά ποτέ μου δεν είχα...
Των άλλων το λοιπόν...
Καθηλώνουν το παρόν στο παρελθόν...
Και δημιουργούν φόβο...
Για το μέλλον...
Των άλλων διευκρινίζω...
Κι έτσι ο φόβος καθηλώνει...
Το μέλλον στο παρόν...

Μα εσύ μπορείς...
Να τις αποφύγεις...
Εκεί ξανά, στα ιδεοπαπάρια σου...
Με τα ίδια σύνεργα...
Χώρος υπάρχει...
Γιαυτό, θ' αρχίσεις να γράφεις...
Όπως κι εγώ τώρα...

"Δεν έχω τύψεις κι ενοχές εκτός από μια: το ότι φοβάμαι που δεν τις έχω..."

Κι έτσι το παρόν που θα καθήλωνες και θα υποβάθμιζες...
Αλλά και το μέλλον που θα κατεύθυνες και θα καθήλωνες...
Θα πετούν ελεύθερα κοιτώντας το ένα το άλλο...
Τη μια με τύψεις...
Την άλλη με ενοχές...
Κι αν τύχουνε κατάματα...
Ίσως με φόβο...

Κι ο ΑΛΛΟΣ, που από καιρό τώρα καταγίνεται...
Να σκαλίσει την πλάκα του...
Τη ΔΙΚΗ ΤΟΥ πλάκα...
Νομίζω πως σήμερα σταματά να μου στρέφει τη ράχη του...
Ναι, νομίζω πως σήμερα με αφήνει δήθεν αδιάφορα να τη διαβάσω...
Και 'γω το λοιπόν δήθεν αδιάφορα...
Στο τέλος της ημέρας φυσικά...
Κι αν βλέπω καλά από δω, πρέπει να λέει:

"Φοβάμαι μόνο εμένα, φοβάσαι μόνο εμένα!
ΕΙΜΑΙ ΛΕΥΤΕΡΟΣ!!!"

Και τώρα πια στ' αλήθεια αδιάφορα...
Ξέροντας πως με παρατηρεί...
Να δει τι θα γράψω...
Με χέρι σταθερό και πρόσωπο ανέκφραστο...
Πιάνω την πένα μου...
Και σημειώνω στο περιθώριο...
Χωρίς καμία τύψη...
Χωρίς ενοχή...
Στη ΔΙΚΗ ΜΟΥ πλάκα...
Τα λόγια του ποιητή που μάλλον Ο ΑΛΛΟΣ δεν κατέχει...
Ωσάν ΔΙΚΟ ΜΟΥ σκάλισμα...

"Η μάσκα η πραγματική, δεν νιώθει τίποτε κάτω απ' τη μάσκα
Αλλά κοιτάζει μές απ' αυτή με μάτια κρυμμένα..."

Αλλά...Ωχ!
Τώρα που το φαντάζομαι...
...Ακριβώς σαν τα ΔΙΚΑ ΤΟΥ μάτια μου φαίνονται....

Τρίτη 1 Απριλίου 2008

Jules Dassin: Ποτέ την Κυριακή

Δεν ήταν Κυριακή, αλλά παραλίγο. Δευτέρα έτυχε, 31 Μαρτίου. Θανάτου άγγελμα. Την ίδια μέρα νομίζω ότι ήρθε και για άλλους παλαιότερα. Isaac Newton, John Constable, Johann Christoph Bach, Henryk Wieniawski, Emil Adolf von Behring, Hans Fischer, Paul Strand, να μερικοί αγαπημένοι. Δικοί μου αλλά κι άλλων. Σε αντίθεση από τη μέρα γέννησης, 18 Δεκέμβρη. Για κείνη δεν μπορώ να διακρίνω κανένα της ίδιας κατηγορίας... Από μόνη της καμιά φορά η τύχη υποκλίνεται στην πορεία κάποιων...
Παράσημο ζωής η περίληψη του ονόματός του στη Hollywood blacklist. Καλύτερα για μας, τον έκανε Ευρωπαίο και ύστερα Έλληνα, εραστή ανθρώπων και μαρμάρων.
Έλληνα εκ δικαιώματος και φύσεως. Θυμηθείτε τον Ισοκράτη: Έλληνας όποιος της ελληνικής παιδείας μετέχει.

-"Κι όποιος αυτή διδάσκει, θα έλεγα...", πετάγεται αναιδώς ο Άλλος σουλατσάροντας λίγο πιο κει αμέριμνα...

Άφαντος από τα εγκόσμια, εκεί που πρέπει να βρίσκεται όποιος στ'αλήθεια σκέπτεται. Και τότε είναι που γεμίζει τα γύρω του. Και σαν φύγει,

-"Μα μη νομίζετε πως υπάρχει και κάπου για να πάει", μουρμουρίζει ο Άλλος,

τότε είναι που ο κόσμος φαίνεται πιο άδειος, πιο φτωχός. Σα σπίτι χωρίς έπιπλα.

"Στρωματσάδα το λοιπόν, τσιρίξτε κι αφουγκραστείτε τον αντίλαλοοοο..." ακούω τον αντιπαθή προσπαθώντας να μετρήσει το άδειο σπίτι με τα βήματά του.

Και τότε, στη νέα έλλειψη, στη μοναξιά νιώθεις ξαφνικά πως ακούς τη φωνή σου.

-"Για λίγο πάλι φαντάζομαι παλιοτεμπελαρά!" κάγχασε το ζούδι..

Και την ακούς πιο προσεκτικά, χωρίς δικαιολογίες πια.
Όλο και πιο προσεκτικά....

-"Και τότε στ' αλήθεια ντρέπεσαι...!!!"

Ωχ! Αυτό το είπα εγώωωωωωωωω....

Σάββατο 22 Μαρτίου 2008

Συλλέκτης ιστοριών....

Εξαφάνιση! Και όχι μόνο λόγω έλλειψης χρόνου. Αυτή πάντα υπήρχε. Απλώς να, πως να το πω, απόκτησα νέο χόμπυ... Συλλέκτης ιστοριών. Μάλιστα. Παρατήρηση, καταγραφή οργάνωση μικρών και φαινομενικά ασήμαντων ιστοριών. Ιστοριών που διαδραματίζονται (ή τουλάχιστον έτσι νομίζω, αλλά αφού το νομίζω αυτοδικαίως θα ισχύει) δίπλα μας. Και φυσικά το καλύτερο, η αποτύπωσή τους και η εξέλιξή τους σε μύθο, η σταδιακή τους μετάλλαξη σε κάτι το οποίο εξαρχής είναι απρόβλεπτο. (ο Άλλος τι θα λέει άραγε γι' αυτό;)
Γράφω που και που το λοιπόν. Δύο κατηγορίες ιστοριών, δύο διαφορετικά αρχεία στον υπολογιστή. Η πρώτη, μικρές ιστορίες άσημων και καταφρονεμένων που μας περιτριγυρίζουν, ατόμων που τα αγνοούμε όπως θέλουμε και να αγνοούμε τις αιτίες που τα οδήγησαν εκεί όπου μας φαίνεται πως βρίσκονται. Και η τρομακτική διαπίστωση, του πόσο έντονα τελικά η ύπαρξή τους καταγράφεται στο υποσυνείδητό μας (μαλακίες λέω, το δικό μου υποσυνείδητο φυσικά εννοώ) είναι που τις κάνει τελικά ιστορίες διασήμων, δικές μας ιστορίες, γιατί ο εαυτός μας είναι η μεγαλύτερη διασημότητα για τον καθένα. Ιστορίες όπως η ιστορία του τυπάκου με τα αυτόγραφα, του Κουασιμόδου-διανομέα, του δικομανή ψυχάκια με το κράνος και της μεταλλαγμένης ψιλικατζούς που τακτοποιεί τα πάντα, ξεκίνησαν από απλές παρατηρήσεις ατόμων της καθημερινότητάς μου (πιστέψτε με, στη βάση της ιστορίας τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, ίσως μάλιστα κάποιοι να τα αναγνωρίσουν- κι ο κατάλογος συνεχώς διευρύνεται). Και όλα τελικά καταλήγουν στην ίδια παρατήρηση: οι φαινομενικά ασυνήθιστοι αυτοί άνθρωποι αποτελούν πρόκληση και αντίβαρο για τη δική μας (πάλι μαλακίες λέω, ίσως εννοώ αποκλειστικά τη δική μου) ισορροπία. Μήπως όμως και αυτοί χρειάζονται (και ίσως χειρίζονται) εμάς με τον ίδιο τρόπο; Μήπως θα τρομάζατε για τα καλά σε μια τέτοια διαπίστωση; Δεν θα σας πω όμως αν εγώ τρόμαξα.....

Η δεύτερη κατηγορία ιστοριών είναι πραγματικό βάρος. Μια σειρά μύθων με πρωταγωνιστή τον κύριο Ντ., με σαφή και ταυτόχρονα διάτρητη κεντρική ιδέα. Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι:

" Οι περιπέτειες του κυρίου Ντ.: μύθοι απλοί και σύνθετοι, μα πάντα κάποιου είδους αυτοκτονικού περιεχομένου"

"Περί της αξίας των εικονικών κόσμων" κατά μια άλλη εκδοχή. Μα σε κάθε περίπτωση θα ταίριαζε και το "Μύθοι υποκειμενικά ερμηνευόμενοι". Δεν ξέρω, πολύ βάρος όμως....

Δεν είμαι σίγουρος αν κάτι από αυτά θα το δημοσιεύσω. Για μερικά είμαι πεπεισμένος ότι δεν πρέπει να το πράξω... Ήδη το γνωστό αόρατο χέρι έχει επιχειρήσει την πρώτη καρπαζιά. Το τσούξιμο το αποδεικνύει...
Είναι και το άλλο: καθώς οι ιστορίες μου ξεμακραίνουν, γίνονται και πιο θολές ως προς την πηγή τους. Κι όπως έχει γράψει ο εξαιρετικός Jostein Gaarder: "Δε μου ήταν ποτέ δύσκολο να ξεχωρίζω τη φαντασία από την πραγματικότητα. Το πρόβλημα ήταν μεταξύ φανταστικής και πραγματικής ανάμνησης. Είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα." Μμμμ, Φανταστικής και πραγματικής, συμφωνώ, αλλά για ποιον;

Αυτά. Πάω για φαγητό μια που ξαλάφρωσα. Τώρα ξέρουν και άλλοι ότι οι "Μύθοι" υπάρχουν... Θα ανοίξω και μια "Μύθος" από το ψυγείο. Να το γιορτάσω... Τρομάρα μου...

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

Ποιος είμαι, ποιοι είστε, ποιοι είναι; Περί ταυτότητας...

Αποχή. Αναγκαστική. Αποσύνδεση δικτυακή. Και ξαφνικά εκδρομή. Επανασύνδεση ευκαιριακή. Φίλοι παλιοί, από το πουθενά που ήταν πάντα εκεί. Εδώ κι εκεί...
Με ποιον μιλάς; Ποιος είναι αυτός; Ο τωρινός; Ή εκείνος του παρελθόντος; Και χωρίς περιστροφές, ποιος ΘΕΛΕΙΣ να είναι; Μιλάς ΤΩΡΑ σε αυτό που ήθελες να ήταν ΤΟΤΕ και δεν ήταν ποτέ, ή είσαι εκείνος του ΤΟΤΕ που ξαφνικά στο ΤΩΡΑ αναρωτιέται τί στο διάολο συμβαίνει... Α! αποκλείεται να φταις εσύ ο ίδιος, ο ΑΛΛΟΣ -εκείνος ο άχρονος- πάλι κατι πρέπει να σκαρώνει. Και πάλι νάτη η ηλίθια έκπληξη, να προσπαθείς να ανακαλύψεις ποιο κομμάτι σου απευθύνθηκε σε ποιον και σε ποιο χρόνο...

Κάτι δεν πάει καλά. Πρέπει να το σκεφτώ...

Πάντως, όσο περισσότερο σκέφτεσαι το παρελθόν τόσο επιταχύνεις το μέλλον...

Νομίζω δηλαδή...
Τουλάχιστον για το παρόν...

Και ξανά και αυτή τη φορά κυρίως για σας για σας φίλοι: "Glissez mortels. N' appuyez pas!"

Μην κοιτάτε εμένα. Την έχω πατήσει από καιρό....

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2007

Ο παρα-λογισμός μου σε ένα παγκάκι

Παρίσι, κάπου στο 1996. Ανοιξιάτικο βράδυ, κέντρο, κάπου στη βόρεια ακτή του Σηκουάνα. Παρέα εύθυμη, πέντε άτομα, επί το πλείστον βροντόλαλοι και γελαστοί. Καθίσαμε στο παγκάκι. Ένα παλιό πράσινο παγκάκι, όμορφο και καλαίσθητο. Που όπως σε όλα τα παγκάκια της περιοχής, με τέτοιο παρελθόν, όλο και κάποιος πραγματικά διάσημος για μένα, από αυτούς που με στοιχειώνουν θα είχε κάτσει... Και τι ωραία που ένοιωθα μεταξύ όλων αυτών των φαντασμάτων που με περιτριγύριζαν! Το ίδιο συναίσθημα που βίωσα στο Πάνθεον δίπλα στους τάφους των Voltaire και Rousseau, αλλά με την γλυκιά ψευδαίσθηση ότι στον έξω χώρο θα μπορούσα να τρέξω, να κρυφτώ σαν το βάρος τους μου γινότανε άξαφνα ασήκωτο. Που νά 'ξερα ο δόλιος... Ο ανάπηρος...

Και δεν ήμασταν εκεί μόνοι. Στο παγκάκι, το παγκάκι ΜΑΣ, είχαμε και συγκάτοικο. Μια γριούλα, απροσδιορίστου ηλικίας, που όπως συνήθως συμβαίνει με όλους τους απόκληρους της ζωής η τραγικότητα της μοίρας τους σμιλεύει το ίδιο τους το πρόσωπο. Το πρόσωπο, αλλά δίχως να αγγίζει τα μάτια τους. Σίγουρα τα μάτια της δύσμοιρης γριούλας θα μπορούσαν να μας διηγηθούν την αληθινή της ιστορία, χωρίς το πέπλο της δυστυχίας που την ανάγκασε να περιφέρεται άστεγη στο κέντρο της πόλης, χωρίς το πρόσωπό της. Στο κέντρο μιας πόλης γεμάτης φαντάσματα... Σαν φάντασμα και η ίδια...

Δεν έδωσα σημασία. Η χαρά μας συνεχίστηκε, άλλωστε στην πόλη αυτή αισθανόμουν ένα ξεχωριστό δεσμό με Εκείνους, του περιθωρίου, του περιθωρίου μας. Απόκληροι της ζωής μου, απόκληροι του κόσμου όλου, κι εγώ μαζί σας, απόκληρος του εαυτού μου... Και λίγο μετά, Εκείνη, σηκώθηκε απαλά, σχεδόν αέρινα, σαν να ήθελε να μην πληγώσει άλλο το παγκάκι ΤΗΣ κι απομακρύνθηκε κοιτάζοντάς μας για μια μόνο στιγμή.

Γιατί έφυγε; Τότε μόνο ένα σκέφτηκα:

“Να έφυγε γιατί ντράπηκε;
Για κείνη ή για εμάς;
Ή μήπως για λογαριασμό μας;
Ντρέπομαι με την ιδέα και μόνο...
Ή ντρέπομαι μόνο και που το σκέφτομαι;
Ντροπή μου...”

Κι είχαμε μείνει πάλι τέσσερις. Τελικά πάντα ήμασταν τέσσερις στο παγκάκι, που τώρα δεν ήταν ξαφνικά παγκάκι ΜΑΣ. Ο πέμπτος, ο λιποτάκτης, δεν ήταν ο Εαυτός αλλά ο Άλλος, που τώρα δεν βρισκόταν πια εκεί, είχε γίνει ένα με τη γριούλα, είχε προτιμήσει να φύγει μαζί της. Τη γριούλα του καθενός μας. Ήταν ο Άλλος, ο αναπάντεχα εμφανιζόμενος που αναγκάζει τον Εαυτό, συχνά συνθλίβοντάς τον, να ακολουθεί τις προσταγές του, ασθμαίνων ακόλουθος ασύλληπτων φαντασμάτων. Ο ίδιος που τρεις μήνες νωρίτερα, πάντα παράξενος, μου έβαλε στο χέρι την κάμερα προς αποτύπωση της γιαγιάς μου, για πρώτη φορά, σε μια γαλήνια ολύμπια ηρεμία. Ο ίδιος που λίγες μέρες αργότερα με είχε πάλι αναγκάσει -εκθέτοντας στη φοιτητική εστία τις φωτογραφίες μου- να βάλω ως λεζάντα στη συγκεκριμένη φωτογραφία, πάντα χωρίς να το καταλαβαίνω, τα λόγια του Καβάφη:

“...και με τον ήχον των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας-
σα μουσική, τη νύχτα, μακρυνή, που σβήνει.”

Κι ο Άλλος από τότε ήξερε, μες τη δική του άχρονη ολύμπια ηρεμία, κρυφά από τον Εαυτό, τον Εαυτό ΜΟΥ, πως δεν έμελλε να ξαναδώ τη γιαγιά μου. Μόνο το βλέμμα της. Εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ, ήταν που το συνάντησα στο παγκάκι, πλάι στο ποτάμι. Κι αντίθετα με όλους, τότε ήταν που η ζωή, η δική μου ζωή, για άλλη μια φορά, δε σμίλεψε παραδόξως το πρόσωπο αλλά το βλέμμα μου, το δικό μου βλέμμα. Και τώρα, υπερδεκαετώς χρονοτριβώντας, ξανά δεν το κατανοώ γιατί αιφνίδια ο Άλλος μου το θύμισε. Ίσως γιατί τότε έκανα λάθος. Μπορεί η γριούλα, η ΚΑΘΕ δική ΜΟΥ γριούλα να είχε μείνει εκεί. Ίσως να είναι ακόμη εκεί. Στο παγκάκι του ΚΑΝΕΝΟΣ, για τον κανένα, ούτε καν για μένα, παρέα με το μόνο που τελικά φαίνεται να με βαραίνει: φαντάσματα των άλλων, φαντάσματα δικά μου, ο εαυτός μου... Κι όταν πνίγομαι, σαν θέλω να ξεφύγω από την αυτοαναρρόφηση, δεν κοιτώ ποτέ τον καθρέφτη. Το ίδιο βλέμμα, το βλέμμα μου, θα είναι τότε εκεί. Και στην αμηχανία μου, καθώς θα πεισμώνω, ως συνήθως αυτογελοιοποιούμενος, θα κλείνω τα μάτια μου...

Κι αν κατά τον O. Wilde ερωτηθώ ως γνήσια γελοίος άνθρωπος:

“Νομίζετε ότι τα πράγματα που κάνουν τους ανθρώπους να φαίνονται γελοίοι είναι λιγότερο σημαντικά από εκείνα που τους κάνουν να φαίνονται σοβαροί;”

Θα απαντήσω: “Δεν ξέρω, ποτέ δεν υπήρξα σοβαρός άνθρωπος...”

Κι επιπλέον, εις αντίλογο, θα θυμίσω τα λόγια του Σεφέρη:

“Ξέρεις, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα σαν τα γυμνώσεις”

Ή αν απλώς τα κοιτάξεις...
Αν τους ρίξεις ένα βλέμμα...
Μέσα στη γύμνια τους...
Κι έτσι γυμνός ήρθε η ώρα να ζητήσω συγνώμη...
Αλλά δεν ξέρω πως...
Ή από ποιον...
Ίσως ξέρουν τελικά Εκείνοι...
Ή ο Άλλος...

ΣΥΓΝΩΜΗ!

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007

Ηλιθίου λήθη ή το χρονικό μιας εν γνώσει ματαιότητος...

"Κι ευχαριστούμεν Σε ότι σκότος μας θυμίζει φως"
T.S. Eliot

Διάολε! Το είχα σχεδόν λησμονήσει,
...απωθήσει, σχεδόν συνειδητά, στη σφαίρα του ασυνειδήτου. Μα αυτό ξέρει. Τι κι αν ηλιθιωδώς το παραμέρισα, ο χρόνος δεν το αγγίζει. Και η τύχη, μου το θύμισε. Και πάλι το λογάριασα για νιοστή φορά, το μέγα, αποτρόπαιο ενδεχόμενο της σιωπηλής παραδοχής και φόβων και προσδοκιών στη βάση του, στη βάση του ονείρου.
Ύμνος στο άλογο της ύπαρξης η λογική του.
Μα πάντα το διέκρινα,
...τέτοιο είδος διαλόγου, ονείρου leitmotiv θαρρώ πως τελικά ψηλαφώ επί ζωής που μοιάζει ostinato...

Ευχαριστώ σε φίλη Π. που προσφάτως μου το θύμισες.
Πονώντας τα όνειρα, τον χάιδεψες τον Άλλο,
ελπίζω να αντιλήφθηκες...
Με τρυφεράδα περισσή...
Κι είχα ξεχάσει πως προσπαθούσα να το ξεχάσω...
Δε λέω, κι εκείνα το προσπάθησαν.
... κι είχα σχεδόν κερδίσει...

Μα υπεράνω όλων,
"Μην αναζητάς την τέχνη στους καμβάδες ξύνοντας το έργο του ζωγράφου."

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Εγκοσμίων αποτοξίνωσις, ή αλλιώς, η ποίησις του υποσιτισμού...

Παρίσι, 15 Απριλίου 1938. Λίγες μέρες μετά την κατάρρευση των δημοκρατικών δυνάμεων στην Ισπανία, ο CESAR VALLEJO, Περουβιανός ποιητής, αφήνει την τελευταία του πνοή, πληγωμένος τόσο από την έκβαση του αγώνα, όσο και από τις μακροχρόνιες στερήσεις που υπέστη, καθώς για ένα μεγάλο μέρος της ενήλικης ζωής του σιτιζόταν ελάχιστα... Η ποίησή του, μαζί με άλλων που θα κατονομάσω μελλοντικά, σιτίζει εδώ και καιρό το δικό μου, αιώνια υποσιτισμένο πνεύμα...
Φόρος τιμής το λοιπόν, εννέα κουταλιές, εννέα γεύσεις, όσες ακριβώς χρειάζονται για τη σημερινή μου σίτιση... Για ένα πλήρες γεύμα...

Γεύσις πρώτη
(Η βία των ωρών, Ανθρώπινα Ποιήματα.)

“Όλοι έχουν πεθάνει.
[...]
Πέθανε η αιωνιότητά μου και την ξενυχτάω.”

Γεύσις δεύτερη
(Επιτέλους χωρίς εκείνο το καλό συνεχές άρωμα, Ανθρώπινα Ποιήματα.)

“[...] Αηδές σύστημα, κλίμα στ' όνομα του ουρανού, του
βρόγχου και του φαραγγιού,
το τεράστιο χρηματικό ποσό που χρειάζεται νά 'ναι κανείς φτωχός...”

Γεύσις τρίτη
(Οι δυστυχισμένοι, Ανθρώπινα Ποιήματα.)

“[...] γιατί εσύ, κατά που φαίνεται καθαρά στο διάσκελό σου
κι αφού είσαι το ίδιο το κακό, αχ! Αθάνατε,
απόψε ονειρεύτηκες πως ζούσες
με τίποτε και πως πέθαινες με όλα...”

Γεύσις τέταρτη
(Σκόνταμα ανάμεσα σε δύο αστέρια, Ανθρώπινα Ποιήματα.)

“[...] Ευλογημένο νά 'ναι το παιδί που πέφτει κι ακόμα κλαίει
κι ο άνθρωπος που έπεσε και πια δεν κλαίει!

Αχ για τόσο πολύ! Αχ για τόσο λίγο! Αχ για κείνους!”

Γεύσις πέμπτη
(Άκου τη μάζα σου, τον κομήτη σου, άκου τα · μην κλαίς. Ανθρώπινα Ποιήματα.)

“[...] Ο θάνατος; Αντιστάσου του με όλα σου τα ρούχα!
Η ζωή; Αντιστάσου της με ένα μέρος του θανάτου σου!
Ευτυχισμένο ζώο, σκέψου·
συφοριασμένε θεέ, απόβαλε το μέτωπο.
Ύστερα, θα μιλήσουμε.”

Γεύσις έκτη
(Σπιθοβολήματα, Οι Μαύροι Μαντατοφόροι.)

“[...] Και στη σκιά, ηρωίδα, ακέραιη και μάρτυρας,
κάτω από τα φυτά σου θα έχεις τη Ζωή·
ενώ αγρυπνώντας εσύ θα λες τους στίχους μου,
κοινωνιά βαμμένη με αίμα, το κεφάλι μου!
Και σ' ένα κρίνο, άπληστο,
το αίμα μου θα πιείς, σά νά 'τανε φαρμάκι!”

Γεύσις έβδομη
(Απών, Οι Μαύροι Μαντατοφόροι.)

“[...] Απών! Και στους δικούς σου πόνους,
μέσα σε μια λυγμολαλιά από μπρούτζους,
ένα κοπάδι λύκοι-τύψεις θα περνάνε.”

Γεύσις όγδοη
(XLV, Τρίλθε.)

“[...] Σκοτεινό πιάνο, ποιον κατασκοπεύεις
με την κουφαμάρα σου που με ακούει,
με τη βουβαμάρα σου που με κουφαίνει.

Ώ σφυγμέ μυστηρίου.”

Γεύσις ενάτη

(Υμνος στους εθελοντές της δημοκρατίας. Ισπανία, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο.)

“[...] Τα ίδια παπούτσια θα κάνουν σε όποιον ανεβαίνει
δίχως δρόμους στο σώμα του
και σ' αυτόν που κατεβαίνει ως με το σχήμα της ψυχής του!”

Επιδόρπιον

(Ανακάλυψη της ζωής. Ανθρώπινα ποιήματα.)

“[...] Αφήστε με! Η ζωή με χτύπησε τώρα σε όλο μου το θάνατο.”


Αφήστε με! Η πείνα μου με χτύπησε τώρα που έσκασα. Και την ξενυχτάω...
AVE CESAR!

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2007

Βουρδουλιές...

Τελικά δεν γίνεται τίποτε. Είναι αδύνατο να περάσει εβδομάδα χωρίς να σκεφτώ να γράψω κάτι νέο. Αν τολμούσα να γράψω όλα όσα μου έρχονται! Αυτοσυγκράτηση το λοιπόν. Κι όπως διηγείται ο Τ. Καπότε:
"... Κι ύστερα μια μέρα άρχισα να γράφω, χωρίς να ξέρω ότι είχα αλυσοδεθεί δια βίου σε αφέντη ευγενικό μα ανηλεή. Όταν σου δωρίζει κάτι ο Θεός, σου δίνει μαζί κι ένα βούρδουλα: και ο βούρδουλας είναι για να μαστιγώνεις τη δική σου πλάτη.
Αλλά βέβαια δεν το ήξερα αυτό...Το διασκέδαζα πολύ, στην αρχή. Σταμάτησα να διασκεδάζω όταν ανακάλυψα τη διαφορά ανάμεσα στο καλό γράψιμο και το κακό, και προχώρησα σε μια ακόμη πιο ανησυχητική ανακάλυψη: τη διαφορά ανάμεσα στο πολύ καλό γράψιμο και την αληθινή τέχνη. Είναι λεπτή, κι όμως άγρια. Έτσι λοιπόν άρχισαν οι βουρδουλιές!
...Εν τω μεταξύ, είμαι μόνος εδώ, μέσα στη σκοτεινή μου τρέλα, ολομόναχος εγώ και η τράπουλά μου και, φυσικά, το μαστίγιο που μου έδωσε ο Θεός..."

Μερικοί μαστιγώνονται ακόμη και με το κακό γράψιμο. Και τότε πονά περισσότερο....Και η αυτή η τρέλα είναι χειρότερη...

Τσαφ!

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2007

Εις Μνήμην Διδασκάλου....

"Tu se 'lo mio maestro e il mio autore."
Dante (Inferno, I, 85)

Με τα όσα απευθύνει ο Δάντης στο Βιργίλιο να αποτελούν την αφιέρωση του ιδίου ως μεταφραστή στον Theodosius Dobzhansky, ο Κωνσταντίνος Καστρίτσης, μαθητής του Dobzhansky και μεταφραστής του έργου του τελευταίου "Η Γενετική της Εξελικτικής πορείας" στα ελληνικά, απέδωσε φόρο τιμής στο δάσκαλό του. Και τί δάσκαλο! Οι κατέχοντες κάποια στοιχειώδη γνώση εξελικτικής (και όχι μόνο) βιολογίας, μπορούν να αξιολογήσουν την συνεισφορά του στον κλάδο. Αυτό που δεν μπορεί να γίνει όμως αντιληπτό είναι η ίδια του η προσωπικότητα σε όλη της την έκταση. Ως προπτυχιακός φοιτητής είχα την τύχη να είμαι μόνιμος ακροατής του Κ. Καστρίτση στις διαλέξεις του στο πανεπιστήμιο. Ήμουν δηλαδή μαθητής του μαθητή του Dobzhansky...Κάτι τέτοιο μας φαινόταν τότε εξαιρετικό. ΠΡΕΠΕΙ να ήταν, έτσι δάσκαλε;

Για να είμαι ειλικρινής, ο Κ. Καστρίτσης ήταν ο μοναδικός καθηγητής του οποίου η προσωπικότητα, η μόρφωση και η επιστημονική κατάρτιση κατόρθωσαν να με αφυπνίσουν νωρίς το πρωί (όπως ο Μπαλζάκ πάσχω από το σύνδρομο της νυχτερινής μελέτης αλλά επιπλέον και της νυχτερινής διασκέδασης) ώστε να εξασφαλίσω μια κατάλληλη θέση στο ακροατήριό του. Από την πρώτη φορά μου έκανε τρομερή εντύπωση: ποτέ δεν είχε πρόβλημα να διατυπώσει ακόμη και την πιο λεπτή και αμφισβητήσιμη έννοια με τον πιο κομψό και απόλυτο τρόπο. Πριν ακόμη παραμερίσει τα περιττά, είχες από μόνος σου κατανοήσει το συνδετικό νήμα, είχες φτιάξει ήδη τη γραμμή που θα σε οδηγούσε κάπου. Η φωνή του, φτιαγμένη για αφήγηση, μου μένει αξέχαστη ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά. Ο αυτοσχεδιασμός του την ώρα της διάλεξης ήταν εκπληκτικός, μπορούσε να επικεντρώσει την προσοχή σου οπουδήποτε και ταυτόχρονα να μην απομακρυνθεί καθόλου από το σκοπό του. Ω! τόσα χρόνια μετά, είμαι πια βέβαιος: δεν είχα ποτέ δάσκαλο καλύτερό σου!

Μα το πιο αξιοθαύμαστο απ' όλα ήταν ο τρόπος που ο χαρισματικός αυτός δάσκαλος μιλούσε με συγκίνηση και απαράμιλλο σεβασμό για το δικό του δάσκαλο. Τα παραδείγματά του άφθονα, από πρώτο χέρι, μας έκαναν κι εμάς να αισθανόμαστε περίεργα, σαν πνευματικοί εγγονοί του Dobzhansky. Αυτή την αγάπη του για την επιστήμη και τη βιολογία ειδικότερα την έσπειρε και στο νεαρό του ακροατήριο. Κι εγώ, ποτέ δεν ξέφυγα από τον κρυφό μου έρωτα για την εξελικτική βιολογία ακόμη κι αν τελικά με κέρδισε άλλο πεδίο της. Κι ο ασπρομάλλης μου δάσκαλος, που εδώ και λίγους μήνες δεν υπάρχει πια, συνεχίζει, πάντα παρών, να αντηχεί στ' αυτιά μου, όπως και τότε.

Το βιβλίο του Dobzhansky μεταφρασμένο από ΕΣΕΝΑ δάσκαλε, κατοικεί πάντα, κιτρινισμένο πια, στη βιβλιοθήκη μου. ΚΙ ΕΣΥ στοιχειώνεις τη μνήμη μου. Κι εγώ, εδώ, θρασύδειλα κι αργοπορημένα, στην ασφάλεια ενός φανταστικού τόπου καμωμένου για όλους εκείνους που γλιστρούν δίχως να στηρίζονται πουθενά, κλίνω το γόνυ και την κεφαλή δάσκαλε για να σου πω αυτό το αλλοτινό που εμπόδιζαν οι δικές σου αδυναμίες και η δική μου ηλιθιότητα:

"Tu se 'lo mio maestro e il mio autore."

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

Μικρή πιθήκεια ολισθηρά πτήση...

Σιγά μην το ξεχνούσα:
Σήμερα, την 22α Σεπτεμβρίου 2007, απεχθές σιδηρό πουλί, καθόλα τουρμπινάτο, μετέφερε στο ζωολογικό κήπο Σκωτσεζοαγγλικής μεγαλουπόλεως από Ελληνικό αντίστοιχο, ένα από τα τελευταία εν αιχμαλωσία δείγματα θηλυκού πιθήκου Bonobo, κατόπιν συμφωνίας των δύο κυβερνήσεων. Αν και φήμες αναφέρουν ότι το ίδιο το πιθηκάκι συναίνεσε εγγράφως στην πράξη αυτή, οι δρόμοι των ελληνικών πόλεων γέμισαν από έξαλλους διαδηλωτές οικολογικών οργανώσεων. Το σίγουρο είναι ότι το χαριτωμένο πιθηκάκι -τα τρελλά κι ενίοτε αδικαιολόγητα καμώματα του οποίου διασκέδαζαν τους μικρούς κατοίκους της Ελληνικής μεγαλούπολης και όχι μόνο- θα λείψει με διαφορετικό τρόπο από τον καθένα τους. Τί να πω κι εγώ; Ως συνήθως με προλαβαίνουν άλλοι: Μάθε να γλιστράς Bonobaki!!!!! Και αν ποτέ πέσεις, αποφάσισε αν αξίζει να κλάψεις. Κι αν ναι: Από ντροπή ή απλώς επειδή έπεσες;
Έχεις τα καλύτερα χρονοδιακοπτόμενα φιλιά που θα μπορούσαμε να σου στείλουμε....Και μην ξεχνάς: τα καλύτερα εκθέματα στους ζωολογικούς κήπους είναι οι φύλακες και οι επισκέπτες!

Αυτά επί του παρόντος. Au revoir.
Θα επανέλθω. Μάλλον ως υβρίδιο Bonobo-φύλακα. Ή το αντίθετο... Μπορεί και ως επισκέπτης... Δεν ξέρω ακόμα.